Перевод: с греческого на все языки

νάφθα

См. также в других словарях:

  • νάφθα — νάφθᾱ , νάφθα naphtha fem nom/voc/acc dual νάφθᾱ , νάφθα naphtha fem nom/voc sg (doric aeolic) νάφθᾱ , νάφθας naphtha masc nom/voc/acc dual νάφθας naphtha masc voc sg νάφθᾱ , νάφθας naphtha masc gen sg (doric aeolic) νάφθας naphtha masc nom… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νάφθα — νάφθα, η και νάφθη, η 1. (χημ.), πτητικό υγρό, συστατικό του ακάθαρτου πετρελαίου. 2. το ακάθαρτο πετρέλαιο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νάφθᾳ — νάφθαι , νάφθα naphtha fem nom/voc pl νάφθᾱͅ , νάφθα naphtha fem dat sg (doric aeolic) νάφθαι , νάφθας naphtha masc nom/voc pl νάφθᾱͅ , νάφθας naphtha masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νάφθα — Όρος που χρησιμοποιείται γενικά για τα καύσιμα ορυκτά έλαια. Χαρακτηρίζεται συνήθως ως ν. το καύσιμο έλαιο, που εναποθηκεύεται σε μεγάλες και μικρές δεξαμενές ή μεταφέρεται σε βυτία ή τροφοδοτεί τους καυστήρες των λεβήτων και των καμίνων καθώς… …   Dictionary of Greek

  • νάφθας — νάφθᾱς , νάφθα naphtha fem acc pl νάφθᾱς , νάφθα naphtha fem gen sg (doric aeolic) νάφθᾱς , νάφθας naphtha masc acc pl νάφθᾱς , νάφθας naphtha masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νάφθαν — νάφθᾱν , νάφθα naphtha fem acc sg (doric aeolic) νάφθᾱν , νάφθας naphtha masc acc sg (epic doric aeolic) νάφθας naphtha masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νάφθης — νάφθα naphtha fem gen sg (attic epic ionic) νάφθας naphtha masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νάφθῃ — νάφθα naphtha fem dat sg (attic epic ionic) νάφθας naphtha masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πετρέλαιο — Μείγμα πολυάριθμων υδρογονανθράκων, όλων σχεδόν των χημικών σειρών, που περιέχει και μικρές ποσότητες οξυγονούχων, αζωτούχων και θειούχων προϊόντων. Πετρέλαια θεωρούνται και τα ορυκτέλαια που εξάγονται από μεταλλευτικά κοιτάσματα, εκείνα που… …   Dictionary of Greek

  • νάφθας — νάφθας, ὁ (Α) νάφθα. [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. τού νάφθα (βλ. και άφθα)] …   Dictionary of Greek

  • νάφθον — νάφθον, τὸ (Μ) νάφθα. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. τού νάφθα με αλλαγή γένους] …   Dictionary of Greek

  • нефть — род. п. и, ж., неоднократно в Хожд. Котова (1625 г.) 97, 109. Заимств. через тур. neft – то же (Радлов 3, 689) из перс. neft – то же, авест. nарtа влажный ; см. Мi.ТЕl. 2, 134; ЕW 212; Маценауэр, LF 11, 184; Хорн, Npers. Еt. 232. Из ир. в ранний… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Naftalan — For the hospital and spa center in Croatia, see Naftalan, Croatia. For the chemical compound, see Naphthalene. Coordinates: 40°30′24″N 46°49′30″E / 40.50667°N 46.825°E …   Wikipedia

  • Keratsini — Stadtgemeinde Keratsini (1934–2010) Δήμος Κερατσινίου (Κερατσίνι) …   Deutsch Wikipedia

  • Liste de mots français d'origine arabe — Mots français d origine arabe Cette liste comprend des mots français qui ont été transmis par l arabe soit directement, soit en utilisant l arabe comme langue vecteur. On estime que la langue française compte quelque 215 mots provenant de l arabe …   Wikipédia en Français

  • Mots Français D'origine Arabe — Cette liste comprend des mots français qui ont été transmis par l arabe soit directement, soit en utilisant l arabe comme langue vecteur. On estime que la langue française compte quelque 215 mots provenant de l arabe, contre une centaine du… …   Wikipédia en Français