Перевод: с греческого на все языки

αὐλίσκῳ

См. также в других словарях:

  • Αὐλίσκῳ — Αὔλισκος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐλίσκῳ — αὐλίσκος small reed masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)